Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2009

Η Ελληνική κοινωνία σε συνθήκες διεθνούς οικονομικής αιμορραγίας


« Η μόρφωση και η ψυχαγωγία γίνονται είδη πολυτελείας »


Πληθωρισμός, ανατιμήσεις και ακρίβεια βασανίζουν τον απλό πολίτη μέρα με τη μέρα ολοένα και περισσότερο. Η Ελλάδα που κάποτε ευημερούσε, ετοιμάζεται να κηρύξει «πτώχευση» την ώρα που η ευρωζώνη βρίσκεται αντιμέτωπη με την μεγαλύτερη οικονομική κρίση της μεταπολεμικής περιόδου. Κάποτε η λέξη φτώχια παρέπεμπε μονάχα σε εικόνες εξαθλίωσης των χωρών του τρίτου κόσμου. Πλέον μας στρέφει στα εγχώρια και κεντροευρωπαϊκά δεδομένα υπό την επήρεια πολλαπλών εκρήξεων : στην τιμή του πετρελαίου, των πρώτων υλών και των βασικών καταναλωτικών προϊόντων. Οι παγκόσμιοι παλμοί αυξάνονται όταν ανεργία, ελλείμματα, χρηματιστήριο και λιανεμπόριο κρούουν το κώδωνα του κινδύνου, όταν η άνοδος των επιτοκίων και των τιμών των εμπορευμάτων και των καυσίμων σε συνδυασμό με τη δύσκολη λήψη δανείων επέφεραν την μείωση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών. Απόρροια όλων αυτών είναι η ραγδαία πτώση των καταναλωτικών δαπανών που οδηγεί στην πτώση των κύκλων εργασιών.
Ζητούμενο του καταναλωτή δεν είναι πια η άνεση και η πολυτέλεια, αλλά η κάλυψη των πρωταρχικών αναγκών του στο ελάχιστο κόστος. Η ποιότητα πλέον θυσιάζεται στο βωμό της τιμής με σκοπό την εκμετάλλευση της μέγιστης χρηστικής αξίας των προϊόντων ή των υπηρεσιών. Οι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί κλονίζονται και μαζί με αυτούς πλήττονται μια σειρά από βιομηχανίες και μικρότερες επιχειρήσεις. Η κρίση επηρεάζει και τον τουρισμό όταν τα έξοδα του ταξιδιού θεωρούνται πολυτέλεια για την πλειοψηφία των πολιτών. Μεγάλο θύμα της οικονομικής κρίσης στη χώρα μας, είναι και οι υπό-απασχολούμενοι σε καθεστώτα συμβάσεων, τύπου stage που κινδυνεύουν ανά πάσα στιγμή να μείνουν εκτός εργασίας καθώς τα ταμεία του άλλοτε ακέραιου δημοσίου τομέα στις μέρες μας αιμορραγούν. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό αλλά και κοινωνικό και ηθικό, καθώς αφορά σε χιλιάδες νέους ανθρώπους με γνώσεις και προσόντα, που αισθάνονται ότι βιώνουν μια ιδιότυπη εργασιακή ομηρία. Η οικονομική κρίση μεταμορφώνεται σε νευροπαθητική όταν οι οικονομικές δυσχέρειες γεμίζουν τον πολίτη αναστάτωση, άγχος και ανασφάλειες ακόμα και για το πώς θα καταφέρει να αναθρέψει και να μορφώσει τα παιδιά του ή πως θα αξιοποιήσει τον περιορισμένο ελεύθερο του χρόνο. Η υπογεννητικότητα και οι ατέλειωτες ώρες μπροστά στην τηλεόραση μοιάζουν τα αποτελέσματα και ταυτόχρονα οι λύσεις στο προσωπικό- οικονομικό μας αδιέξοδο. Θα μπορούσε να πει κανείς πως δεν είναι μόνο η οικονομία αυτή που καταρρέει όταν οι δυσχέρειες οδηγούν σε συνεχείς δανειοληψίες δίχως υποσχέσεις και εγγυήσεις, σε κερδοσκοπικά παιχνίδια και στη διακίνηση μαύρου χρήματος, αλλά η κοινωνία, οι ηθικές αξίες και η ίδια η ανθρώπινη υπόσταση.



Παρασκευάκη Χρύσα

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2009

Mafia Wars


«Όταν οι βανδαλισμοί έχουν … τη χάρη τους !»

Πολεμήστε, κλέψτε, συνωμοτήστε! Έχουν και αυτά «πλάκα»… όταν τα πραγματοποιεί κανείς μέσα απ’ το «Mafia Wars», ένα δημοφιλές ψηφιακό παιχνίδι που παρέχει ένα χρόνο περίπου το Facebook, με δημιουργό τον Mark Pincus, ιδρυτή της εταιρίας Zynga, η οποία έχει την έδρα της στο San Francisco. Η μάχη υποτίθεται πως διαδραματίζεται στη Νέα Υόρκη (Mafia Wars nyc) όπου οι παίχτες χρησιμοποιώντας ένα ψευδώνυμο της επιλογής τους επιδίδονται στον αγώνα τους να μεγαλώσουν τη συμμορία τους ποσοτικά και ποιοτικά δημιουργώντας μια «οικογένεια» μαφιόζων με έναν αρχηγό κάθε φορά και τα εκλεκτά μέλη της που αναλαμβάνουν τις «αγγαρείες». Σε κάθε πίστα που ξεκλειδώνεις επιβάλλεται να σκοτώσεις έναν αρχιμαφιόζο επιτρέποντάς σου έτσι να προχωρήσεις στην επόμενη-δυσκολότερη πίστα. Κάθε «δουλειά» απαιτεί συγκεκριμένο εξοπλισμό, όπως «βόμβες», «πολυβόλα» ή άλλα όπλα και εν μέσω της επιτυχής διεκπεραίωσης της ο παίχτης και η ομάδα του κερδίζει πόντους, αντοχή ή ενέργεια για να συνεχίσει τον αγώνα για την εξουδετέρωση του αντιπάλου. Κομπίνες, εγκλήματα, βανδαλισμοί για λεφτά, για απόκτηση έξυπνων όπλων και για ενίσχυση της δύναμης και της υπεροχής. Τελικός στόχος η ανάδειξη μιας ομάδας σε «αρχημαφία», με το μεγαλύτερο budget και τις περισσότερες κατακτήσεις. Καταστρέφοντας ή κυριεύοντας ξένες ιδιοκτησίες όπως εικονικά περίπτερα, τράπεζες, μπάρ ή αντικρούοντας επιτυχώς αντίπαλες μαφίες μέσα από ατομικές ή ομαδικές πάλες, καταφέρνει ο παίχτης και η μαφία του να «ανταμειφθεί» και να ξεχωρίσει σε κύρος και ανταγωνιστικότητα. Με λίγα λόγια, πρόκειται για ένα παιχνίδι που έκανε το «μπάμ» τόσο στη χώρα μας όσο και σε ολόκληρο τον κόσμο για την ραγδαία και εθιστική του εξάπλωση, μιας και σημειώνεται το θεαματικό ποσοστό των 12.274.497 ενεργών χρηστών μηνιαίως, στην επίσημη ιστοσελίδα των fans. Με μια μόνο ματιά στo πλήθος των γκρούπ που δημιουργήθηκαν στο facebook για να ενημερώσουν τους νέους σχετικά με τους όρους του παιχνιδιού και να το προωθήσουν, αντιλαμβάνεται κανείς την τεράστια ανταπόκριση και απήχηση που είχε πολύ γρήγορα στους νέους που έστω και «ηλεκτρονικά» αγαπούν να «παρανομούν», σαν τον «Blackbird» (Mickey Rourke), τον πολυμήχανο αρχιμαφιόζο στην ταινία «Killshot»: «Σκοτώνω ανθρώπους. Άλλες φορές για τα λεφτά, άλλες φορές για τίποτα», ή να «απονέμουν δικαιοσύνη» σαν τον κορυφαίο Don Vito Corleone (Marlon Brando) στο «Νονό»: «Υπάρχουν άνθρωποι σ’ αυτόν τον κόσμο που πάνε γυρεύοντας. Πρέπει να τους έχεις παρατηρήσει. Τσακώνονται στα χαρτοπαίγνια, ξεπηδούν απ’ τα αυτοκίνητά τους για να καυγαδίσουν, ταπεινώνουν και κοροϊδεύουν ανθρώπους των οποίων τις ικανότητες δεν γνωρίζουν… Αυτοί είναι άνθρωποι που κυκλοφορούν στο κόσμο φωνάζοντας «Σκοτώστε με». Και πάντα υπάρχει κάποιος να τους εξυπηρετήσει…»
Μόνο που εκεί δεν τιμωρείσαι για τις παραβάσεις σου…Δεν απολογείσαι σε κανένα κράτος και δεν φυλακίζεσαι. Το μόνο ρίσκο που παίρνεις είναι να τραυματιστείς βαριά σε σημείο που να χάνεις για λίγο τη συμμετοχή στις κομπίνες της μαφίας σου, μέχρις ότου η συμβολή των «συνεργατών» σου σε βοηθήσει να τις ανακτήσεις. Τα παίζεις όλα για όλα, στα πλαίσια μιας οργανωμένης συνομωσίας και αυτό είναι που σε κάνει να κολλάς. Η κατοχή των πάντων και η εξολόθρευση των αντιπάλων είναι ο στόχος για την καταξίωση. Έτσι, μέσα από το παιχνίδι αυτό, οι νέοι χρησιμοποιώντας ένα ψευδώνυμο εμπνευσμένο από τις παλιές τρανές ταινίες γύρω από ιταλικές, ρώσικες, αμερικάνικες αρχιμαφίες, όπως Don Luigi, Don Corleone, Al Capone, προσπαθούν να προβάλλουν το «alter ego» τους : Έναν δυναμισμό και μια εξυπνάδα που συχνά η κοινωνία καταπνίγει μέσα τους. Να ξεσπάσουν μέσα από εικονικά «παραπτώματα». Να δραπετεύσουν από την αφάνεια του σήμερα. Να γίνουν «κακά παιδιά» για να δείξουν πως υπάρχουν…



Παρασκευάκη Χρυσούλα






Δευτέρα 8 Ιουνίου 2009

"Κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει..."


Τα όρια της ελευθερίας του λόγου

Ποιά είναι τα όρια του λόγου ; Ποιά είναι τα όρια για τον ΜΟΝΟλογο, τον ΔΙΑλογο, τον ΑΝΤΙλογο ; Για το "εύλογο" ή το "παράλογο" ; Το ζήτημα είναι υποκειμενικό. Υποτίθεται πως στα πλαίσια των καθημερινών μας συναναστροφών μπορούμε να λέμε και να γράφουμε ό,τι θέλουμε. Αυτό το "ό,τι θέλουμε" όμως, "οριοθετείται" και "αντικειμενικοποιείται". Ο καθένας μας σαν "ανθρωπος και πολίτης" έχει ανάμεσα στα αναφαίρετα δικαιώματά του κατοχυρωμένο και αυτό της Ελεύθερης Εκφρασης των προσωπικών του απόψεων και ιδεών για το κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι. Του το νομιμοποίησε η Δημοκρατία του που προήγαγε τον άνθρωπο σε πολίτη, με γνώση και γνώμη. Επειδή όμως η γλώσσα "κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει", Η ίδια η δημοκρατία προκειμένου να διασώσει και να διασωθεί, έθεσε νομικούς και εθιμικούς περιορισμούς στο τι μπορούμε τελικά να εκφράσουμε ανεπιφύλακτα, εκτός και αν είναι κανείς ριψοκίνδυνος και θέλει να προκαλέσει και να ξεσηκώσει. Οι περιορισμοί αυτοί απευθύνονται κυρίως στο πως θα ελέγχουμε αυτό που ξεστομίζουμε, γράφουμε ή πράττουμε (καθώς συχνά οι πράξεις είναι αυτές που "μιλούν") προκειμένου να μην προσβάλλουμε τον συνάνθρωπο μας και την κοινωνία. Υπάρχει το παλιό γνωστό ρητό που λέει "Μην κάνεις στον άλλον αυτό που δε θα ήθελες να σου κάνει". Ανάλογα και στον λόγο, "Μην πείς στον άλλον αυτό που δε θα ήθελες να σου πεί ή να ακούσεις". Να μην ομολογείς απόρρητα στοιχεία και αλήθειες που μπορούν να βλάψουν και να εκθέσουν κάποιον ή ολόκληρη την πολιτεία ανεπανόρθωτα. Δεν είναι όμως πάντα έτσι. Η ελευθερία του λόγου βασίζεται σε αντικειμενικές προυποθέσεις απο τη μία, αλλά πάντα θα χαρακτηρίζεται απο μια ακλόνιτη υποκειμενικότητα. Δεν εννοώ την ελευθερία του λόγου που σαν δικαίωμα κάνει "διακρίσεις" και είναι ανισομερώς κατανεμημένο, αλλά στην ποσοτική διαφορά που κάθε ανθρωπος επικαλείται το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου του για να εκφράσει τις απόψεις του πιο "διπλωματικά". Κάποιοι άνθρωποι φοβούνται και αποποιούνται εντελώς αυτό το δικαίωμα και κάποιοι το θεοποιούν και το καταχράζονται. Ούτε ο φόβος και η αδράνεια, ούτε ο ανταγωνισμός και η ανταρσία ενδείκνυνται σε μιά "φιλήσυχη" και "δημοκρατική" πολιτεία σαν την χώρα μας....Αλλά κάποιες φορές, κάποιες αλήθειες, πρέπει να ακούγονται όσο και αν φαίνονται πως παραβαίνουν τις δημοκρατικές αρχές.Γιατί δεν πρέπει να κάνουμε πως αγνοούμε πως πίσω απ' τις νόμιμες αρχές κρύβονται και σκοπιμότητες που παρεκλύνουν απ' το κοινό συμφέρον και παραμερίζονται σε προσωπικές επιδιώξεις, συχνά σε βάρος πολιτών. Εκεί με όπλο τη γλώσσα μας δικαιούμαστε και οφείλουμε να πολεμήσουμε ακόμα και όταν βλέπουμε πως είμαστε καταδικασμένοι να ηττηθούμε. Τα λάθη, τα ψεύδη, τις εξαπατήσεις και τις προπαγάνδες στις οποίες είμαστε τα "θύματα" είναι χρέος μας να τις καταδεικνύουμε ακόμα και όταν μοιάζει να υπογράφουμε τη θανατικη μας καταδίκη. Να μην ξεχνάμε όμως, πως για τους χρηστούς, αναμένεται Ανάσταση...


Παρασκευάκη Χρυσούλα

Κυριακή 31 Μαΐου 2009

«Τηλεμαχία» ή…. «Τηλεσυμφωνία» ;


Όλοι λίγο πολύ παρακολουθήσαμε και σχολιάσαμε το φετινό debate μεταξύ των αρχηγών των πολιτικών κομμάτων εν όψει των Ευρωεκλογών της 7ης Ιουνίου. Επρόκειτο για μία φιλήσυχη διαδικασία που αρχική της προϋπόθεση ήταν να υπάρξει πολυφωνία με σκοπό να ενημερώσει και να δώσει απαντήσεις σε ερωτήματα που απασχολούν την κοινή γνώμη. Η απορία, εν τούτοις, που εύλογα δημιουργήθηκε στον πολίτη ήταν αν η «τηλεμαχία» αυτή ανταποκρίθηκε τελικά στις πραγματικές προδιαγραφές και στόχους που πρέπει να τη διέπουν. Επαναπροσδιορίζοντας τη σημασία ενός debate ως μέσο πολιτικοποίησης, αυτό που πρέπει να μας απασχολήσει κριτικά είναι η πληρότητα ενός ελεύθερου διαλόγου στα πλαίσια μιας δημοκρατικής διαδικασίας που χαρακτηρίζεται από ισομέρεια και ισότητα ως προς την κατανομή χρόνου και απόψεων. Σύνηθες φαινόμενο, ωστόσο, είναι οι «λέκτορες» τέτοιων συζητήσεων να χρησιμοποιούν τον πολιτικό λόγο με τόσο «στρογγυλό» τρόπο ώστε να αποφεύγουν να απαντούν ευθέως στην ερώτηση και να προσανατολίζονται στις απαντήσεις που οι ίδιοι θέλουν να ακουστούν. Κάτι τέτοιο συνέβη και με το εν λόγω debate. Η τηλεοπτική αναμέτρηση των πολιτικών αρχηγών κύλησε χωρίς εκπλήξεις μιας και για άλλη μια φορά οι αρχηγοί των κομμάτων επανέλαβαν τις «καλοδουλεμένες» πάγιες θέσεις τους. Και όταν λέω «καλοδουλεμένες» εννοώ πως επρόκειτο για στημένες πολιτικές συνεντεύξεις που «ξεχείλιζαν» από συναισθηματικές επικλήσεις και μεγαλοστομίες όπως βέβαια είθισται σε προεκλογικές καμπάνιες, νανουρίζοντας γλυκά τον τηλεθεατή για πάνω από δύο ώρες. Ακόμη και οι «αντιπαραθέσεις» μεταξύ πολιτικών και δημοσιογράφων ξεχώριζαν για την «προπαρασκευή» τους μιας και οι πρώτοι ουκ ολίγες φορές διόρθωναν σχεδόν τους δημοσιογράφους στον τρόπο εκφώνησης των ερωτήσεων ενώ οι τελευταίοι για να αποδώσουν μια στοιχειώδη «φυσικότητα» στην όλη διαδικασία, απευθύνονταν ξανά στον εκάστοτε πολιτικό με το σχόλιο: «Η ερώτηση μου ήταν πολύ συγκεκριμένη. Δεν πήρα σαφή απάντηση.», χωρίς δήθεν να γνωρίζουν πως αυτός είναι ο κανόνας του πολιτικού παιχνιδιού…Πολλά και διάφορα ήταν τα σχόλια που ακούστηκαν για τον «ετοιμόλογο» και «άνετο» πρωθυπουργό, για την «ξεχωριστή» εμφάνιση της αντιπολίτευσης και για τον «αισθητή αδιαθεσία» και «νευρικότητα» των αρχηγών των υπόλοιπων κομμάτων, εκεί που εστιάσαμε όλοι όμως, πολίτες και δημοσιογράφοι, ήταν το γεγονός πως ΔΕΝ διεξάγει Είδηση. Ο ίδιος ο Ν. Ευαγγελάτος χαρακτήρισε την «τηλεμαχία» «άτοπη» σε ερώτηση που του τέθηκε αμέσως μετά τη λήξη της. Δεν μας δόθηκε η ευκαιρία σαν πολίτες να ακούσουμε κάτι νέο που θα μας κατευθύνει συνειδητά στην δημιουργία, ενίσχυση ή αναθεώρηση της πολιτικής μας ταυτότητας, παρά μόνο δοξασίες και απολογισμούς σε υπερβολικά «συμπαθείς» τόνους. Αδιαμφισβήτητα, ήταν μεγάλη πρόκληση να ταχθούν πρόσωπο με πρόσωπο οι ηγέτες αντίπαλων κομμάτων και να καταφέρουν τελικά να συνυπάρξουν σε τόσο ήρεμους τόνους ενώ τους έχουμε συνηθίσει σε υβριστικές επιθέσεις και κατά πρόσωπο κατηγορίες δίχως τέλος υπό τη στέγη της Βουλής, ωστόσο αυτή η ξαφνική συναίνεση και ο αλληλοσεβασμός που προέκυψε μάλλον γεννά την δυσπιστία και την καχυποψία του πολίτη παρά την ανακούφιση. Συμπέρασμα λοιπόν είναι, πως μόνο ουσιαστικό διάλογο που δεν παρήγαγε το debate και μόνο ουσιαστικές απαντήσεις δεν μπόρεσε να αποκομίσει ο αποδέκτης. Και όπως πολύ εύστοχα κατέδειξε κάποτε στο έργο του “Amusing Ourselves to Death” * ο μεγάλος συγγραφέας και κριτικός των Μέσων Neil Postman, «τους ανθρώπους δεν τους ταλαιπωρεί το ότι γελούν αντί να σκέφτονται αλλά το ότι δεν γνωρίζουν για ποιόν λόγο γελούν και γιατί έχουν σταματήσει να σκέφτονται….» Και αναρωτιέμαι…Μήπως τελικά η πολιτική, με τον τρόπο που διαμορφώνεται από τα σύγχρονα Μέσα και ως επί τω πλείστων τη σύγχρονη τηλεόραση , σκοτώνει την ορθολογική σκέψη και το αντίδοτο της αμηχανίας του πολίτη είναι το «γέλιο» και τα «στραβά μάτια»… ;

* http://campus.queens.edu/depts/english/amusing%20to%20death.htm



Παρασκευάκη Χρυσούλα

Σάββατο 30 Μαΐου 2009

«Σκιτσογραφώντας»… τον ΚΥΡ !

Και ποιός δεν γνωρίζει τον ΚΥΡ, έναν απ’ τους μεγαλύτερους και διεθνώς διακεκριμένους σκιτσογράφους που γέννησε ποτέ η ταπεινή Ελλάδα. Σαράντα χρόνια περίπου, ο Γιάννης Κυριακόπουλος ή απλά ΚΥΡ, «γελοιομαχεί», χαρίζοντας μας μοναδικά σκίτσα που αναπαριστούν αλληγορικά την «κυριολεξία» της ζωής.
Μέσα από τον φανταστικό κόσμο των φιγούρων του ο ΚΥΡ καταφέρνει να δραματοποιεί την πραγματική ζωή με έναν τρόπο που προκαλεί γέλιο ακόμα και όταν αντιλαμβανόμαστε πως η αλήθεια πίσω απ’ τη ζωγραφιά μας πονάει… Φιγούρες, απλές αλλά ταυτόχρονα «ψαγμένες» και δισυπόστατες που ανατρέπουν κάθε φαινομενικότητα για να θέσουν ερωτήσεις στην ανθρώπινη ύπαρξη και στο ρόλο του ανθρώπου στην κοινωνία. Μία γριούλα, ένας κουλτουριάρης , ακόμα και το ζευγάρι της διπλανής πόρτας μπορεί να είναι για τον ΚΥΡ οι πρωταγωνιστές των σκίτσων του- αγγελιοφόροι των μηνυμάτων που προσπαθεί να μεταδώσει, σαρκάζοντας την πολυδιάστατη καθημερινότητα.
Έχοντας σπουδάσει διακοσμητική στη σχολή Καλών Τεχνών, η καλλιτεχνική φύση του ΚΥΡ δεν άργησε να φανεί και να αναδειχτεί. Ευτυχώς για μας, προτίμησε να διακοσμεί και να ζωντανεύει τις άδειες φυλλάδες παρά τα κτίρια. Η ακόρεστη δίψα του για την σκιτσογραφική τέχνη δεν αποθαρρύνθηκε ακόμα και στα δύσκολα χρόνια της δικτατορίας, όταν η Χούντα του απαγόρευσε κατηγορηματικά οποιαδήποτε σχέση με τα έντυπα. Ακόμη και τότε, τίποτα δεν τον εμπόδισε απ’ το να στέλνει τα «παράνομα» σκιτσάκια του στο Λονδίνο όπου δημοσιεύονταν σε ελληνικά αντιδικτατορικά περιοδικά του εξωτερικού, χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο «Μακ Πάππας». Όμως, η εποχή αυτή της αυστηρής λογοκρισίας πέρασε και τότε ήταν που ο ΚΥΡ κατάφερε να δώσει πυγμή και έκφραση στα σκίτσα του, καυτηριάζοντας με τις ευρηματικές γελοιογραφίες του πρόσωπα και καταστάσεις του δημόσιου και κοινωνικού βίου. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του είναι πως συνειδητά αποφεύγει την «πολιτική σκτιτσογραφία», με την έννοια ότι δεν γελοιογραφεί πολιτικούς ηγέτες αλλά τους αποδέκτες των πολιτικών πράξεων, δηλαδή εμάς. Εμείς, οι αναγνώστες του, είμαστε και οι «ήρωες» των σκίτσων του που κατέχουμε εξέχουσα θέση στο ολοσέλιδο της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας. Το αξιοθαύμαστο είναι πως μέσα από το έργο του ο ΚΥΡ θέλει να δείξει μια αλήθεια που συχνά αγνοούμε : Πως οι άνθρωποι μάλλον δεν είναι τα «πιόνια» των αρχηγών στο πολιτικό παιχνίδι αλλά οι βασικοί παίχτες…οι πρωταγωνιστές…


Παρασκευάκη Χρυσούλα

Τετάρτη 27 Μαΐου 2009

Οι Πανελλήνιες…βλάπτουν σοβαρά την υγεία

Ρωτώντας κάποιον επιτήδειο, που είχε την τύχη να εισαχθεί σε μια «αξιοπρεπή» σχολή «Τι ήταν οι Πανελλήνιες εξετάσεις για σένα ; » θα σου απαντήσει επιδεικτικά και πάντα εκ του ασφαλούς, «Τίποτα το ιδιαίτερο…Έβγαινα ακόμα και την παραμονή των εξετάσεων με τους φίλους μου και έλεγα σιγά…Ήμουν σίγουρος για την επιτυχία μου…» Για πολλούς νέους όμως, ίσως και για τους περισσότερους, οι τελικές εξετάσεις ήταν μια δοκιμασία που άφησε μια ανεπούλωτη χαρακιά στη μνήμη και την ψυχή τους. Δεν αναφέρομαι φυσικά στο αν κατορθώσαμε τελικά να εισαχθούμε στη σχολή που επιθυμούσαμε, καθώς ανέκαθεν οι επιδιώξεις μας και τα όνειρα μας αναγκάζονταν να συσκευάζονται και να καταχωρούνται στο σάκο με τα απολεσθέντα για να συμβιβαστούν με τα κοινωνικά δεδομένα και τις συνθήκες τα οποία μετά από πολύ κόπο, τύχη και προσευχή, ΙΣΩΣ…κάποτε καταφέρουμε να πραγματοποιήσουμε. Επικεντρώνομαι στον άδικο αγώνα αυταπόδειξης στις Πανελλήνιες Εξετάσεις της Γ’ λυκείου, μιας στείρας και στο μεγαλύτερο μέρος της, ανούσιας γνώσης που στα επόμενα χρόνια, αν όχι στους επόμενους μήνες το 90% περίπου θα εξαφανιστεί. Και αυτό, διότι τα παιδιά για να γράψουν καλά καλούνται να αποστηθίσουν θεωρίες, τύπους και αξιώματα «προπατορικά» των οποίων η σύγχρονη χρήση είναι απλά μηδενική. Μετά θα εμφανιστεί ένα «Πανεπιστήμιο» μια «Ανώτατη Εκπαίδευση» που θα σε ειρωνευτεί λέγοντας σου κατάμουτρα «αυτά που μαθαίνατε στο λύκειο, να τα ξεχάσετε…εδώ ζητάμε άλλα πράγματα…» και τρέχα γύρευε λοιπόν εσύ που υποχρεούσαι να κάτσεις να βρεις άλλα συστήματα μελέτης και να αρνηθείς την άλλοτε απαραίτητη «παπαγαλία της επιτυχίας».
Έχοντας βιώσει ιδιαιτέρως το άγχος ή καλύτερα τον πανικό και την ψυχρολουσία των Πανελληνίων, όταν η τηλεόραση και τα φροντιστήρια κάθε μεσημέρι διατυμπάνιζαν τις «σωστές απαντήσεις» στα θέματα των πανελλαδικώς εξεταζόμενων μαθημάτων, διαπιστώνοντας με σοκ πως συχνά απείχαν απ’ τις δικές μου, όχι επειδή δεν διάβαζα υπερβολικά όπως έπρεπε αλλά επειδή αγχώθηκα υπερβολικά που δεν έπρεπε, πως αυτές οι εξετάσεις είναι ένας «αιματηρός πόλεμος». Ένας πόλεμος του εγώ και της κοινωνίας που βάλλεται και ενδυναμώνεται από πολλούς παράγοντες. Από τη μία οι στερεότυπες διακρίσεις και προκαταλήψεις για την «ποιότητα» των σπουδών και των επαγγελμάτων που επιλέγουμε ή αναγκαζόμαστε βαθμολογικά να ακολουθήσουμε. Από την άλλη οι γονείς και το σόι που ουκ ολίγον αρέσκονται στο να κάνουν συγκρίσεις για τις επιτυχίες των παιδιών τους, με αυτές των παιδιών των συγγενών τους ή των συναδέλφων τους. Και έρχεται και ένας άλλος παράγοντας- συστατικό για να δέσει την ωραία «σάλτσα» και να πυροδοτήσει τον πόλεμο, ο εαυτός μας. Θα μας προδώσει και αυτός στις τρανές Πανελλήνιες, θα ταχθεί απέναντι μας και θα μας διατάσσει να μετράμε ποσοτικά την αξία μας και όχι ποιοτικά. Να είμαστε ευχαριστημένοι με το 20 και όχι με το 18. Τι θα γίνει όμως αν τελικά πάρουμε 15…;

Παρασκευάκη Χρυσούλα

Τετάρτη 20 Μαΐου 2009

Κατοικίδια ζώα : Ευτυχισμένα ή Φυλακισμένα ;




Συχνά αν όχι καθημερινά ακούω συγγενείς και φίλους να μοιράζονται μαζί μου τις ευχάριστες εμπειρίες τους με τα κατοικίδια τους. Γατούλες που λαχταρούν να κουλουριαστούν στην αγκαλιά σου αναζητώντας τα χάδια σου πώς και πως, σκυλάκια που τρέχουν πάνω κάτω γαυγίζοντας χαριτωμένα και ανασηκώνοντας τα αυτάκια τους με τον παραμικρό θόρυβο, ακόμα και πουλάκια που κελαηδούν προσπαθώντας να μιμηθούν τον τόνο της φωνής σου ή ποντικάκια που δοκιμάζουν την τύχη τους πάνω σε μια μικροσκοπική ρόδα λούνα πάρκ που είναι τοποθετημένη μέσα στο κλουβάκι τους. Ομολογουμένως μερικά ζώα- «μέλη» της οικογένειάς μας είναι πολύ έξυπνα και άλλα πολύ παιχνιδιάρικα και χαριτωμένα, ενώ δεν είναι λίγες οι μαρτυρίες των ανθρώπων που μιλούν για την ανιδιοτελή αγάπη, συντροφιά και υγεία που τους προσφέρουν οι μικροί τους φίλοι. Έρευνες αναδεικνύουν πολλές φορές πως ζωάκια μειώνουν σημαντικά το σκληρό αίσθημα της μοναξιάς, καταπολεμώντας το στρες και την κατάθλιψη, ενώ παράλληλα μας δίνουν την ευκαιρία για άσκηση και άλλες δραστηριότητες έξω από το σπίτι Δεν είναι λίγα λοιπόν αυτά τα ωφελήματα και οι ευεργεσίες που τα κατοικίδια προσφέρουν στο ανθρώπινο είδος, αν θυμηθούμε μάλιστα πως στο κοντινό μας παρελθόν πολλά από αυτά χρησίμευαν για μας σαν «εργαλεία» σε απαιτητικές εργασίες. Και πάλι όμως αντιλαμβάνεται κανείς πως η προσέγγιση αυτή είναι στην ουσία ανθρωποκεντρική: Πώς τα ζώα εξυπηρετούν τον άνθρωπο, πως τον χαλαρώνουν και τον διασκεδάζουν και γενικότερα πως βελτιώνουν και κάνουν πιο ευχάριστη την καθημερινότητά του. Ισχύει όμως το ίδιο και για τα ίδια τα ζώα ; Εκείνα που είναι καταδικασμένα να ζουν κλεισμένα σε ανθρώπινα διαμερίσματα, να συμβιβάζονται με τις δικές μας συνήθειες, ανάγκες και δραστηριότητες, αγνοώντας αυτές που απέδωσε η φύση σε αυτά όταν τα δημιούργησε; Μήπως τελικά αυτή η προστασία και η φροντίδα που προσφέρουμε στα αγαπημένα μας κατοικίδια καταλήγει σε περιορισμό και αιχμαλωσία που συχνά αδυνατούμε να κατανοήσουμε ; Τις διαφορετικές τους απόψεις για την πραγματικότητα αυτή εξέφρασαν κάποιοι άνθρωποι, μέσα από τις δικές τους προσωπικές εμπειρίες.

Έφη, Φοιτήτρια
« Κατάγομαι από την επαρχία και σπουδάζω στην Αθήνα εδώ και τρία χρόνια. Τον τελευταίο ενάμιση χρόνο «συζώ» με μία γατούλα που μου χάρισε η σπιτονοικοκυρά μου, την οποία μάζεψε από το δρόμο σε άθλια κατάσταση. Δεν δυσκολεύτηκα καθόλου στην απόφασή μου να την κρατήσω μιας και προέρχομαι από φιλόζωη οικογένεια και θεώρησα πως η γάτα αυτή θα με βοηθούσε να αντιμετωπίσω την αίσθηση «ξενιτεμού» που ένιωθα το πρώτο διάστημα μακριά από το σπίτι και την οικογένεια μου. Όπως ακριβώς βέβαια και συνέβη. Το αίσθημα της δικής μου μοναξιάς και επιβίωσης μετατράπηκε σε μέριμνα για τη δική της επιβίωση και καλοπέραση. Ζει πραγματικά σαν «πριγκηπέσα» κοντά μου, πιστεύοντας πως στο δρόμο δε θα επιβίωνε. Περισσότερο θα την χαρακτήριζα έτσι «προστατευμένη» παρά «φυλακισμένη», ειδικά αν συμπεριλάβω τις ώρες που μου παίζει «κρυφτό» ολόχαρη ή τρέχει να κοιμηθεί στην αγκαλιά μου τα βράδια μόλις πέσω για ύπνο. Νομίζω ότι συμμεριζόμαστε το ίδιο συναίσθημα- ότι είμαστε μακριά από τους δικούς μας και καλύπτουμε αυτό το κενό δείχνοντας την αγάπη μας η μια στην άλλη.»

Γιάννης, Ιδιωτικός Υπάλληλος
« Αν και γνωρίζω την μεγάλη αδυναμία που έχουν πολλοί άνθρωποι για τα κατοικίδια τους και τις ευεργετικές ιδιότητες ενός ζώου προς τον άνθρωπο, για παράδειγμα στους γέροντες, στους πάσχοντες από άνοια ή κινητικά προβλήματα και τη χαρά που τους προσφέρουν, δεν μπορώ να δεχτώ τον όρο «κατοικίδια». Δεν είναι ότι μισώ τα ζώα, απλώς αντιτίθεμαι στο εμπόριο και την κερδοσκοπική αγοραπωλησία που διαδραματίζεται στα λεγόμενα «Pet Shops». Μου φέρνει στο μυαλό το εμπόριο των μαύρων που συνέβαινε αιώνες πριν. Αγορά που θα στερήσει το δικαίωμα ελευθερίας του ζώου και θα του επιβάλλει έναν τρόπο ζωής που συχνά δεν του ταιριάζει. Θα το περιορίσει μέσα στους τέσσερις τοίχους, θα το ντύσει με φουστανάκια και κοτσιδάκια και κουδουνάκια (σε περίπτωση που είναι ένα μικρόσωμο σκυλάκι ή γατάκι) και θα το βγάζει βόλτα όταν το θυμάται…Αν όμως το άμοιρο ζωντανό δεν αντέξει και κάνει την ανάγκη του στο σπίτι, ύστερα θα φάει ξύλο…Δεν θα ήθελα όμως να παρεξηγηθώ και να γίνω απόλυτος σε αυτά που σας λέω, διότι δε λέω, υπάρχουν και άνθρωποι υπεύθυνοι που δίνονται ψυχή και σώμα στο κατοικίδιό τους και φαίνεται πως και αυτό τους το ανταποδίδει. Για να αναλογιστούμε όμως και τη λαχτάρα που έχει ένα σκυλί, για παράδειγμα, για βόλτα μόλις ακούσει το τρίξιμο της αλυσίδας του την ώρα που την περνάμε στο λουρί του για να το βγάλουμε έξω, και πως τρέχει σαν τρελό χωρίς να μπορούμε να το ελέγξουμε. Εκεί μάλλον μας δίνει την αίσθηση ότι το ζώο προσπαθεί να δραπετεύσει παρά να παίξει…»

Μαρία, Δημόσια Υπάλληλος
«Μια και το καθημερινό μου πρόγραμμα είναι ιδιαίτερα απαιτητικό και υπερφορτωμένο, περιορίστηκα στο να έχω σαν κατοικίδια δύο χρυσόψαρα τα τελευταία δυο χρόνια. Θα τα χαρακτήριζα λοιπόν ως «ανώδυνα» κατοικίδια αφού μπορεί κανείς να τα αγνοήσει για μέρες εφόσον βέβαια υπάρχουν φίλτρα, αντλίες και ταΐστρες. Σε αντίθεση με σκυλιά και γάτες που εκτός από αγάπη και φροντίδα χρειάζονται παιχνίδι και «αφιέρωση» σε καθημερινή βάση την οποία δεν θα μπορούσε ο καθένας να προσφέρει. Πιστεύω πως ερπετά ή μεγάλα ζώα όπως λυκόσκυλα ή ντόμπερμαν θα έπρεπε να ζουν βέβαια στο φυσικό τους περιβάλλον με το κατάλληλο κλίμα το οποίο ουδεμία σχέση έχει με ένα διαμέρισμα ή τις πυλωτές μιας πολυκατοικίας. Τα μικρότερα ζωάκια ωστόσο δείχνουν να το απολαμβάνουν όταν παιχνιδίζουν στα σαλόνια του σπιτιού μας με την προϋπόθεση ότι τα αγαπάμε και τα προσέχουμε. Και πάλι όμως δεν ξέρω κατά πόσο η αγάπη μας μπορεί να αντικαταστήσει την φυσική τους «αιχμαλωσία».

Κώστας, Μαθητής Λυκείου
« Εγώ θα έλεγα πως η αλήθεια τελικά βρίσκεται κάπου στη μέση. Όπως υπάρχουν άνθρωποι που προτιμούν να είναι ελεύθεροι και ανεξάρτητοι και άλλοι που επιδιώκουν μια σταθερή σχέση, έτσι υπάρχουν και τα ζώα εκείνα που η φύση επιβάλλει την ελευθερία τους και άλλα που φτιάχτηκαν για να συμβιώνουν ευχάριστα μαζί με τον άνθρωπο. Καθημερινά βλέπουμε να τριγυρνούν στους δρόμους ζώα που ζητιανεύουν φαγητό και μόλις τους χαϊδέψεις λίγο το κεφαλάκι, σε ακολουθούν πρόθυμα σαν να έγινες το αφεντικό τους. […] Μια σκυλίτσα έχουμε σπίτι μας, τη Ρίτα που όταν κάποτε αναγκαστήκαμε με μεγάλη μας λύπη να την πάμε στο κτήμα του παππού μου, πιστεύοντας πως θα είναι καλύτερα γι αυτήν, εκείνη το έσκασε και μετά από τρείς μέρες και έχοντας διανύσει τριάντα χιλιόμετρα περίπου, ξαναγύρισε, γρατζουνώντας την πόρτα για να μπει μέσα. Για πείτε μου εσείς τώρα»…
Παρασκευάκη Χρυσούλα