
Όλοι λίγο πολύ παρακολουθήσαμε και σχολιάσαμε το φετινό debate μεταξύ των αρχηγών των πολιτικών κομμάτων εν όψει των Ευρωεκλογών της 7ης Ιουνίου. Επρόκειτο για μία φιλήσυχη διαδικασία που αρχική της προϋπόθεση ήταν να υπάρξει πολυφωνία με σκοπό να ενημερώσει και να δώσει απαντήσεις σε ερωτήματα που απασχολούν την κοινή γνώμη. Η απορία, εν τούτοις, που εύλογα δημιουργήθηκε στον πολίτη ήταν αν η «τηλεμαχία» αυτή ανταποκρίθηκε τελικά στις πραγματικές προδιαγραφές και στόχους που πρέπει να τη διέπουν. Επαναπροσδιορίζοντας τη σημασία ενός debate ως μέσο πολιτικοποίησης, αυτό που πρέπει να μας απασχολήσει κριτικά είναι η πληρότητα ενός ελεύθερου διαλόγου στα πλαίσια μιας δημοκρατικής διαδικασίας που χαρακτηρίζεται από ισομέρεια και ισότητα ως προς την κατανομή χρόνου και απόψεων. Σύνηθες φαινόμενο, ωστόσο, είναι οι «λέκτορες» τέτοιων συζητήσεων να χρησιμοποιούν τον πολιτικό λόγο με τόσο «στρογγυλό» τρόπο ώστε να αποφεύγουν να απαντούν ευθέως στην ερώτηση και να προσανατολίζονται στις απαντήσεις που οι ίδιοι θέλουν να ακουστούν. Κάτι τέτοιο συνέβη και με το εν λόγω debate. Η τηλεοπτική αναμέτρηση των πολιτικών αρχηγών κύλησε χωρίς εκπλήξεις μιας και για άλλη μια φορά οι αρχηγοί των κομμάτων επανέλαβαν τις «καλοδουλεμένες» πάγιες θέσεις τους. Και όταν λέω «καλοδουλεμένες» εννοώ πως επρόκειτο για στημένες πολιτικές συνεντεύξεις που «ξεχείλιζαν» από συναισθηματικές επικλήσεις και μεγαλοστομίες όπως βέβαια είθισται σε προεκλογικές καμπάνιες, νανουρίζοντας γλυκά τον τηλεθεατή για πάνω από δύο ώρες. Ακόμη και οι «αντιπαραθέσεις» μεταξύ πολιτικών και δημοσιογράφων ξεχώριζαν για την «προπαρασκευή» τους μιας και οι πρώτοι ουκ ολίγες φορές διόρθωναν σχεδόν τους δημοσιογράφους στον τρόπο εκφώνησης των ερωτήσεων ενώ οι τελευταίοι για να αποδώσουν μια στοιχειώδη «φυσικότητα» στην όλη διαδικασία, απευθύνονταν ξανά στον εκάστοτε πολιτικό με το σχόλιο: «Η ερώτηση μου ήταν πολύ συγκεκριμένη. Δεν πήρα σαφή απάντηση.», χωρίς δήθεν να γνωρίζουν πως αυτός είναι ο κανόνας του πολιτικού παιχνιδιού…Πολλά και διάφορα ήταν τα σχόλια που ακούστηκαν για τον «ετοιμόλογο» και «άνετο» πρωθυπουργό, για την «ξεχωριστή» εμφάνιση της αντιπολίτευσης και για τον «αισθητή αδιαθεσία» και «νευρικότητα» των αρχηγών των υπόλοιπων κομμάτων, εκεί που εστιάσαμε όλοι όμως, πολίτες και δημοσιογράφοι, ήταν το γεγονός πως ΔΕΝ διεξάγει Είδηση. Ο ίδιος ο Ν. Ευαγγελάτος χαρακτήρισε την «τηλεμαχία» «άτοπη» σε ερώτηση που του τέθηκε αμέσως μετά τη λήξη της. Δεν μας δόθηκε η ευκαιρία σαν πολίτες να ακούσουμε κάτι νέο που θα μας κατευθύνει συνειδητά στην δημιουργία, ενίσχυση ή αναθεώρηση της πολιτικής μας ταυτότητας, παρά μόνο δοξασίες και απολογισμούς σε υπερβολικά «συμπαθείς» τόνους. Αδιαμφισβήτητα, ήταν μεγάλη πρόκληση να ταχθούν πρόσωπο με πρόσωπο οι ηγέτες αντίπαλων κομμάτων και να καταφέρουν τελικά να συνυπάρξουν σε τόσο ήρεμους τόνους ενώ τους έχουμε συνηθίσει σε υβριστικές επιθέσεις και κατά πρόσωπο κατηγορίες δίχως τέλος υπό τη στέγη της Βουλής, ωστόσο αυτή η ξαφνική συναίνεση και ο αλληλοσεβασμός που προέκυψε μάλλον γεννά την δυσπιστία και την καχυποψία του πολίτη παρά την ανακούφιση. Συμπέρασμα λοιπόν είναι, πως μόνο ουσιαστικό διάλογο που δεν παρήγαγε το debate και μόνο ουσιαστικές απαντήσεις δεν μπόρεσε να αποκομίσει ο αποδέκτης. Και όπως πολύ εύστοχα κατέδειξε κάποτε στο έρ
γο του “Amusing Ourselves to Death” * ο μεγάλος συγγραφέας και κριτικός των Μέσων Neil Postman, «τους ανθρώπους δεν τους ταλαιπωρεί το ότι γελούν αντί να σκέφτονται αλλά το ότι δεν γνωρίζουν για ποιόν λόγο γελούν και γιατί έχουν σταματήσει να σκέφτονται….» Και αναρωτιέμαι…Μήπως τελικά η πολιτική, με τον τρόπο που διαμορφώνεται από τα σύγχρονα Μέσα και ως επί τω πλείστων τη σύγχρονη τηλεόραση , σκοτώνει την ορθολογική σκέψη και το αντίδοτο της αμηχανίας του πολίτη είναι το «γέλιο» και τα «στραβά μάτια»… ;* http://campus.queens.edu/depts/english/amusing%20to%20death.htm
Παρασκευάκη Χρυσούλα


